Πόσο χρονών είσαι;
100 να βάλεις ότι είμαι! [γέλια]
Σχολείο πήγες;
Ναι, στο δημοτικό. Έμαθα να διαβάζω και να λογαριάζω.
Μουσική πότε άρχισες να παίζεις;
Από μικρός. Στα 10 μου έπαιζα τη λύρα και στα 12-13 έβγαζα δική μου μουσική.
Τόσο μικρός; Πως γίνεται;
Μόνο του έρχεται. Εκεί που περπατάς σου ‘ρχεται στο κεφάλι και πιάνεις τ’ όργανο.
Σου βγαίνει αμέσως ή σιγά-σιγά;
Σιγά-σιγά το φτιάχνεις καλύτερα... Άκου, εγώ δεν παίζω ένα κομμάτι το ίδιο ποτέ. Αμέσως μετά το ξαναπαίζω δε θα ‘ναι το ίδιο. Αλλιώς το στολίζεις τη μια, αλλιώς την άλλη. Το κεντάς, το προχωράς, το πας μακριά. Η μουσική παιδί μου είναι χιλιόμετρα. Μην ακούς αυτούς που βάζουν κουκίδες στο χαρτί ή τους άλλους που τις διαβάζουν.
Δεν είναι μουσική αυτή;
Όχι, δεν είναι! Δε γράφεται το συναίσθημα του καλλιτέχνη στο χαρτί. Ούτε πουλιέται, ούτε αγοράζεται. Η μουσική είναι χαρακτήρας. Μπορούν όλα τα χαρτιά και όλες οι κουκίδες να μου κάνουν ένα Νίκο; [σ.σ. εννοεί τον αδερφό του Νίκο Ξυλούρη]. Ας πάρουν τραγούδια του Νίκου να τα μάθουν οι άλλοι και να τα πούνε... Από κει που είναι αντρίκια, θα τα κάνουν... πούστικα! [γέλια]
Εσύ νότες ξέρεις;
Ναι, ξέρω. Και λοιπόν; Δε τις χρειάζομαι. Οι νότες είναι αυτό που λέει ο Καραγκιόζης: «Ντο ρε μι φασολάδα!» [σκάει στα γέλια]... Πιτσιρικάκι το ‘δα αυτό και γέλασα πιο πολύ παρά ποτέ μου.
Για τους μουσικολόγους τι γνώμη έχεις;
Είναι κομπλεξικοί. Λόγια, θεωρίες και ξενομανία, το καλό δε το θέλουνε.
Γιατί δε το θέλουν;
Γιατί δε μπορούν να το κουμαντάρουν. Το ζηλεύουν επειδή δε μπορούν να το κάνουν οι ίδιοι.
Πριν ανέβεις πάνω στη σκηνή για να παίξεις, κάνεις καμιά προετοιμασία;
Μόνο τα όργανα κουρδίζω. Μετά βγαίνουμε όλοι μαζί κι ό,τι πάρει ο ποταμός. Ποτέ δε λέω: «Κοπέλια, θα παίξουμε τώρα αυτό το κομμάτι». Βλέπουν εμένα τι αρχινάω και μπαίνουν κι αυτοί.
Έχετε κάνει πρόβες;
[γελάει] Όχι τα ξέρουν.
Κάτσε ρε Ψαραντώνη! Πως τα ξέρουν;
Ε, παίζουμε τόσο καιρό μαζί. Καμιά φορά παίζω κάτι καινούριο και δε το ξέρουν καθόλου.
Την ώρα της συναυλίας;
Ναι. Το παίζω κι ακολουθάνε το ρυθμό.
Τον κόσμο από κάτω τον προσέχεις;
Ναι, τον προσέχω, γιατί παίζει κι αυτός μαζί μου. Ο τρόπος που ακούνε, που χειροκροτάνε αλλάζει και το δικό μου παίξιμο.
Σκέφτεσαι κάτι την ώρα που παίζεις;
Πως δε σκέφτομαι!
Είδαμε ότι κλείνεις τα μάτια.
Ναι, έχω τα τοπία μου. Πάω σε τοπία που μ’ αρέσουνε για να γίνει ωραία η μουσική. Πως να σας το πω ρε παιδιά; Εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε τίποτα, η φύση τα έχει όλα. Αυτή είναι ο θεός. Αυτή σε γεννάει, σε τρώει, σε τιμωρεί. Αυτή μας δίνει και τη μουσική. Εγώ στέκομαι απένταντι από το Ψηλορείτη με τις ώρες. Κι έχω βγάλει αυτό που λέει: «Στου Ψηλορείτη την κορφή / το χιόνι δε τελειώνει / μέχρι να λιώσει το παλιό / καινούριο το πλακώνει». Τον κοίταζα κι αυτός μου ‘λεγε τη μουσική.
Από που τον κοίταζες;
Ήμουν απέναντι, στο Ιδαίο Άντρο, κοντά στο χωριό μου.
Και καθόσουν με τη λύρα σου κι έπαιζες;
Μα μπορείς τώρα να βλέπεις τον Ψηλορείτη και να παίξεις ένα σκυλάδικο; Αυτός μαλώνει! Αυτός θέλει ριζίτικα, θέλει τραγωδία, θέλει...
...Πάθος!
Πάθος! Νάτο το κοπέλι!
Στον ύπνο σου, στ’ όνειρό σου, ακούς ποτέ μουσική;
Ναι, αμέ. Μου ‘χει έρθει στ’ όνειρό μου μια μελωδία και σηκώθηκα και την έφτιαξα. Και είναι και ωραίο κομμάτι, ο «Αιθέρας»...
Σε τρομάζει ποτέ η μουσική;
Βέβαια και με τρομάζει. Υπάρχουν φορές που ξυπνάω ιδρωμένος. Η μουσική είναι θεριό που δεν παλεύεται.
Πες μας δυο-τρία τραγούδια άλλων που σ’ αρέσουν.
Του Νίκου του αδελφού μου μ’ αρέσουν πολλά: η «Ανυφαντού», η «Αυγούστα», το «Παλικάρι στα Σφακιά»...
Αυτό ο Ξαρχάκος δε το ‘χει γράψει;
Ναι. Ο Ξαρχάκος είναι ωραίος. Έχει δύναμη, φλόγα-το πράμα φαίνεται. Και του Χατζιδάκι μ’ αρέσουνε πολλά, όλα σχεδόν.
Ο Θεοδωράκης; Σε άκουσα πριν τη συναυλία σου προχθές, όταν ανακοινώνανε ότι έχεις άλλη μια συναυλία για τα 80 του χρόνια, εσύ να λες «Σωθήκαμε»!
Άσε με, μη με ανακατώνεις μ’ αυτόν!
Στη τηλεόραση σ’ έχουν καλέσει ποτέ;
Με αποφεύγουνε. Ούτε κι εγώ θέλω να πηγαίνω. Πέρσι που έπαιξα στο «Αν» κλαμπ στα Εξάρχεια, μου λένε «Θες να πας στη τηλεόραση να διαφημιστεί το πρόγραμμα;». Λέω «Όχι, ας πούνε μόνο ότι παίζω εδώ».
Γιατί δεν πας;
Γιατί λένε σ’ όλους μπράβο κι έχουν ξεφτιλίσει το μπράβο. Έρχεται ο ένας τον εγεμίζουνε μπράβο, έρχεται ο άλλος τον εγεμίζουνε μπράβο, γελούνε ψεύτικα, κουνιούνται ψεύτικα. Τι να πάω να κάνω;
Αυτοί γιατί λες ότι σ’ αποφεύγουνε;
Γιατί είναι τα κυκλώματά τους τέτοια, δε τα ξέρετε τώρα; Επήγα σ’ ένα μαγαζί να παίξω και μου λένε «θα στείλει η ΕΡΤ συνεργείο». «Σιγά μη στείλει!» τους λέω. Και την παραμονή που ήταν να ‘ρθουν, λένε ότι δεν έρχονται. Δεν έχουν λέει συνεργείο! Και μ’ έπιασε ταράχισμα και παίρνω εγώ τηλέφωνο τον υπεύθυνο στην ΕΡΤ και λέω: «Δεν είναι δική σας η τηλεόραση! Εμείς δηλαδή τι είμαστε; Για δε μας έχετε συνεργείο και για τους ξενέρωτους έχετε;»
Ψαραντώνη, στο Ηρώδειο θα ήθελες να παίξεις;
Κάνω κάθε χρόνο αίτηση και δε μου το δίνουν.
Σοβαρά μιλάς;
Ναι, εδώ και 10 χρόνια. Ξέρουν ότι θα το γιομίσω, αλλά δε μου το δίνουν.
Και τι δικαιολογία σου λένε;
Λένε «δε μπορούμε φέτος, ελάτε του χρόνου». Ξέρεις όμως τι μαγειρεύουν κάποιοι φίλοι μου; Να κολλήσουν λέει αφίσες σ’ όλη την Αθήνα και να λένε ότι την τάδε ημερομηνία θα παίξει ο Ψαραντώνης στο Ηρώδειο. Να μαζευτεί πολύς κόσμος κι εμείς να παίξουμε, όχι μέσα, αλλά έξω από το Ηρώδειο. Τέτοια πλάκα να τους κάνουμε! [γέλια]
Έχεις ακούσει τ’ ανέκδοτα που λένε στη Κρήτη για ‘σένα ; [σ.σ. κυκλοφορούν πολλά ανέκδοτα που παρουσιάζουν το Ψαραντώνη, σαν ένα ήρωα λίγο ιδιόρρυθμο, με τη δική του λογική]
Ναι, μου τα λένε κι εμένα. Μου ‘παν ένα τελευταίο με το κράνος. Ότι καβαλίκεψα ένα μηχανάκι – μηχανάκι, εγώ δε ξέρω – και είχα λέει το κράνος εδώ, στον αγκώνα, και μου λέει στο φαναρί ο τροχονόμος: «Το κράνος, Αντώνη, το φορούν στην κεφαλή, όχι στο χέρι». Και του λέω εγώ: «Ίντα λες μωρέ; Ξέρεις πόσες φορές έχω πέσει κι έχω σπάσει τον αγκώνα μου;» [γέλια!]
Υπάρχει κάποιος ή κάτι για το οποίο θα έδινες τη ζωή σου;
Για τη πατρίδα. Χαλάλι!
Θα ΄παιζες ποτέ μ’ έναν Τούρκο στη σκηνή;
Φυσικά. Κι έχω παίξει! Και με Τούρκο και με Ινδό και με μαύρους και με κίτρινους.
Στο θεό πιστεύεις;
Πιστεύω, αλλά στο είπα: εγώ Θεό λέω τη Φύση! Αυτή έχει τη δύναμη, αυτή δίνει το παλμό στα πράματα. Όλα έχουν το παλμό τους. Η καρδιά, ο αέρας, το κύμα, το χορτάρι... Ακόμα και η πέτρα έχει το παλμό της: την ακινησία, τη σιωπή. Και καμιά φορά βγαίνει ζωή πάνω στη πέτρα. Δε βλέπεις στους γκρεμούς, στο βράχο πάνω, που βγαίνουν δέντρα μικρά-μικρά; Κι ο έρωτας που βγαίνει; Στους γκρεμούς δε βγαίνει;
Ο έρωτας!
Ο έρωτας, το φυτό, το δίκταμο. Έτσι το λέμε εμείς στ’ Ανώγεια.
Έχει σχέση με την αγάπη;
Ε, βέβαια. Η ιστορία λέει ότι ο έρωτας εφύτρωσε όταν έσταξε πάνω στο βράχο το δάκρυ του Δία για την Πασιφάη.
Δύσκολος έρωτας;
Δύσκολος. Όλοι οι έρωτες δύσκολοι είναι.
Εσύ πόσες φορές έχεις ερωτευτεί στη ζωή σου;
Εγώ ερωτεύομαι κάθε λεπτό. Κι ένα ωραίο λουλούδι να δω, κι ένα ωραίο λαγουδάκι, μπορεί να το ερωτευτώ!
Μια ωραία γυναίκα;
Άστο αυτό! [γέλια]
Στα δύσκολα από που παίρνεις δύναμη;
Απ’ τη μουσική.
Τι φοβάσαι;
Τίποτα.
Το θάνατο;
Όχι, αφού είναι υποχρεωτικός. Κι όταν έρθει, καλώς να ορίσει.
Την υγεία σου τη προσέχεις;
Όχι. Καπνίζω, ξενυχτώ, δε προσέχω.
Κι είσαι και 100 χρονών!
Κι είμαι και 100 χρονών!
Προσεύχεσαι;
Καμιά φορά, άμα χρειαστεί. Ανθρώπινο είναι. Και στην εκκλησία να πας ανθρώπινο είναι.
Εσύ πας;
Όχι, δεν πάω. Καμιά φορά όμως, άμα περνάω από μπροστά και κάνει ο άλλος το σταυρό του, θα τον εκάμω κι εγώ – μη με πει και «γάιδαρο»! [γέλια]
Τους παπάδες τους εμπιστεύεσαι;
Εγώ τους κακίζω που λένε ότι προ Χριστού δεν υπήρχε τίποτα. «Δεν εσούντωνε [σ.σ. κουνιότανε] φύλλο;» τους λέω. Και τότε η Κνωσός, ο Δίας, ο Ορφέας, τι ήτανε; ... Άκου παιδί μου, να αγαπούμε το Χριστό γιατί ήταν καλός, αλλά υπήρξανε πολλοί Χριστοί και πιο ανώτεροι απ’ αυτόν.
Όπως;
Όπως ο Δίας, ο Ορφέας, ο Όμηρος, ο Κορνάρος, ο Καζαντζάκης... Θεάνθρωποι ήταν όλοι αυτοί, με μεγάλη φλόγα μέσα τους. Ξέρνανε να μιλήσουν με τη Φύση. Τους παραδέχομαι, τους αγαπώ, αλλά δεν είναι μόνο ένας.
Κλαις ποτέ;
Κλαίω όταν είμαι μοναχός.
Γιατί μπορείς να κλάψεις;
Για οτιδήποτε με λυπεί και με συγκινεί... Κάποτε ένας γέροντας – άφοβος άνθρωπος που ‘χε πάει στο πόλεμο – λίγο πριν πεθάνει μου ‘πε μια μαντινάδα: «Με τους μικρούς ήμουν μικρός, με τς’ άντρες αντρειωμένος / με τους παραπονιάρηδες, πιο παραπονεμένος». Τη φύλαγε τη μαντινάδα να μας τη πει στα τελευταία του. Κι έκλαψε και συγκίνησε κι εμένα. «Μην κλαις» του λέω «θείε». «Άντρας που δε κλάψει», μου λέει, «δε μπαίνει στη φωτιά». Και μετά τον ρωτώ «Εφοβήθηκες ποτέ στο πόλεμο;». Μου λέει: «Πολλές φορές φοβήθηκα, αλλά έλεγα: “όποιος πεθάνει με πολλούς, θάνατο δε φοβάται”. Κι έμπενα μπρος και σκοτώνονταν οι φοβιτσιάρηδες»... Καλά δεν τα ΄πε;
Πολύ καλα!
Που λένε ότι οι άντρες δε κλαίνε! Ποιός δε κλαίει;
Αυτοί ήταν οι δάσκαλοί μου και αυτούς θυμούμαι και είμαι τυχερός που πρόλαβα τέτοιες φυσιογνωμίες στη ζωή μου.
Τον Χατζιδάκι τον έχεις γνωρίσει;
Ναι, τότε που έκανε τις εκδηλώσεις στ’ Ανώγεια. Μ’ αγαπούσε πολύ. Όταν έπαιξα πρώτη φορά στους αγώνες κρητικής λύρας – μη τα γράψεις αυτά, θα λένε ότι κοκορεύομαι – είπε στους άλλους στην επιτροπή: «Εμείς τι κάνουμε εδώ; Αυτός πάει χιλιάδες χρόνια μπροστά και χιλιάδες χρόνια πίσω». Και σηκώθηκε όρθιος και χειροκρόταγε.
Φαντάζομαι ότι αυτά τα λόγια είναι από τα καλύτερα που έχεις ακούσει.
Ναι, γιατί τα λέει ένας αληθινός καλλιτέχνης. Είναι το φυσικό αυτό. Σμίγουν οι καλλιτέχνες, συννενοούνται. Είναι σα τα ψηλά βουνά: βλέπουν το ένα το άλλο κι αγαπιούνται... Εγώ κάθε χρόνο πάω στις Μοίρες ν’ ακούσω τον Κλάδο τον Λεωνίδη που παίζει λύρα. Να δω πως πιάνει το όργανο, πως κάνει εισαγωγές, πως το ψειρίζει...
Νοσταλγείς παλιές εποχές της ζωής σου;
Ε, βέβαια. Νοσταλγώ τα παιδικά μου χρόνια όταν μάθαινα κι έπαιζα μουσική, πως άκουγα τον Νίκο που έπαιζε τόσο ωραία και τραγουδούσε τόσο ωραία. Ήταν το σπίτι μας δίπλα στην εκκλησία, ένα στενάκι δύο μέτρα μας χώριζε, και ακούγαμε συνέχεια τους ψάλτες. Και θυμούμαι τον Νίκο που ανέβαινε στο κρεβάτι, έβαζε μια κουβέρτα γύρω του κι αρχίναγε να ψέλνει. Κι έψελνα κι εγώ!
Σκέφτεσαι συχνά το Νίκο;
Κάθε μέρα. Δε γεννήθηκε άλλος άνθρωπος πλήρης σαν κι αυτόν. Όμορφος, λεβέντης, άνθρωπος αληθινός...
Καλύτερος μουσικός από ‘σένα;
Ουυουυ πολύ!
Είσαι ευχαριστημένος απ’ το πως πήγε η ζωή σου ως τώρα;
Είναι τόσο ταλαιπωρημένη, αλλά είμαι ευχαριστημένος. Πολύ, πολύ ευχαριστημένος! Η ζωή είναι μια μάχη. Απ’ όταν γεννηθεί ο άνθρωπος μάχεται να βρει βυζί να φάει, μάχεται να σηκωθεί, να περπατήσει. Μέχρι να ΄ρθει μια αυγή να φτάσει στην άλλη πόρτα και να φύγει.
Αν δεν ήσουν μουσικός, τι θα ‘θελες να ήσουν;
Θα ΄θελα να ‘χα αίγες και πρόβατα και να καθόμουν στα όρη πάνω.
Παίζεις ποτέ μουσική στα ζώα;
Ναι αμέ! Στα πρόβατα, στα πουλιά, σ’ όλα τα ζώα. Κι άμα παίζεις όμορφα, σιγά, αρέσεις και δεν φεύγουνε. Έχω βρει ένα δέντρο στο Ιδαίο Άντρο που ‘χει μια μεγάλη κουφάλα. Το βράδυ εκεί μαζεύονται πουλιά. Πολλά πουλιά! Μόλις μπω στην κουφάλα αυτά τρομάζουν και φεύγουν. Αρχινάω να παίζω τη λύρα και τα πουλιά έρχονται πάλι. Κάθονται στα κλαδιά, ακούνε, γυρίζουν πότε-πότε τα κεφαλάκια τους, αλλά δε σε βλέπουν. Και σε μια στιγμή αρχινούνε να κελαηδάνε και αυτά. Και μπορεί να γαβγίσει ο σκύλος, να φωνάξουν τα πρόβατα, οι αίγες... Και κάνουνε όλοι μαζί μουσική.
Από το περιοδικό Schooligans (Κ. Ελευθεροτυπία) - Τεύχος 5, Οκτώβριος 2005